Ρευματοειδής Αρθρίτιδα

 

Tι είναι η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα;

Η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα (ΡΑ) είναι μια χρόνια πολυσυστηματική νόσος αγνώστου αιτιολογίας  που χαρακτηρίζεται από φλεγμονή διάφορων αρθρώσεων του σώματος.  Σε πολλούς ασθενείς με ΡΑ, η φλεγμονή προκαλεί τελικά καταστροφή και παραμόρφωση των οστών της άρθρωσης και των περιφερικών μαλακών ιστών.


Η ΡΑ εκδηλώνεται συνήθως σε νεαρή ή μέση ηλικία (30 έως 50 ετών).  Για άγνωστους λόγους, οι γυναίκες έχουν 2 - 3 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να εκδηλώσουν ΡΑ απ’ ότι οι άνδρες.  Η ΡΑ εμφανίζεται σε όλες τις εθνότητες και σε όλα τα μέρη του κόσμου.

αρχή

 

Τι προκαλεί τη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα;

Η αιτία της ΡΑ είναι ασαφής, αλλά είναι πιθανό να συμβάλλουν αρκετοί παράγοντες στην εκδήλωση της παθολογικής κατάστασης.  Εάν έχετε έναν στενό συγγενή με κάποιο ρευματικό νόσημα, είστε πιο ευάλωτος. Πρόσφατα ερευνητικά ευρήματα υποδηλώνουν ότι η ΡΑ πιθανώς αναπτύσσεται ως ένα αποτέλεσμα της δράσης ενός μικρο-οργανισμού, ενός βακτηριδίου ή ιού, το οποίο έρχεται σε επαφή με το ανοσοποιητικό σύστημα και προκαλεί μία αντίδραση σε ανθρώπους με συγκεκριμένους τύπους γενετικής προδιάθεσης.

 αρχή

 

Ποια είναι τα συμπτώματα της Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας;

Για τους περισσότερους ασθενείς, τα πρώτα σημάδια της πάθησης είναι η δυσκαμψία, η ευαισθησία και ο πόνος στα χέρια και/ή στα πόδια. Μία ή περισσότερες αρθρώσεις διογκώνονται και παρουσιάζουν κάθε σημείο της φλεγμονής. Μερικές φορές, η φλεγμονή αρχίζει σε μία μεγάλη  άρθρωση, όπως είναι το γόνατο, ο ώμος ή ο αστράγαλος. Μερικές φορές, ωστόσο, η έναρξη της νόσου είναι πιο οξεία. Κόπωση, απώλεια όρεξης, απώλεια βάρους και πυρετός, όλα είναι συμπτώματα τα οποία μπορεί να προηγηθούν της φλεγμονής οποιασδήποτε άρθρωσης και στη συνέχεια να αποδειχθούν πρώιμα συμπτώματα της νόσου.

 αρχή

 

Πως γίνεται η διάγνωση της Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας;

Ο γιατρός αξιολογεί το πώς περιγράφει ο ασθενής τα προβλήματά του, σε συνδυασμό με τα ευρήματα της κλινικής εξέτασης των μεγάλων και μικρών αρθρώσεων. Το επόμενο βήμα είναι η λήψη δειγμάτων αίματος και πιθανώς ακτινογραφιών. Οι εξετάσεις αίματος συχνά μπορούν να δείξουν την παρουσία ρευματοειδούς παράγοντα, ενός αντισώματος που στοχεύει τα ίδια τα αντισώματα του ασθενή, και ο οποίος βρίσκεται συχνά σε υψηλά επίπεδα σε ασθενείς με ΡΑ.

Αυτό το αντίσωμα μπορεί να βρεθεί περίπου στο 75% των ασθενών, ενισχύοντας έντονα τη διάγνωση. Πιο σύγχρονες μέθοδοι εξέτασης (αντισώματα αντι-CCP) έχουν βελτιώσει περαιτέρω τη διαγνωστική αξιοπιστία.

αρχή

 

Ποιες είναι οι διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές;

Η φαρμακευτική αγωγή για την ανακούφιση της δυσκαμψίας και του πόνου, όπως είναι η παρακεταμόλη και τα ΜΣΑΦ (μη στεροειδή αντι-φλεγμονώδη φάρμακα), χρησιμοποιείται σε ένα πρώιμο στάδιο θεραπευτικής αγωγής. Τα ΜΣΑΦ περιλαμβάνουν μία ποικιλία φαρμάκων στα οποία συμπεριλαμβάνονται η ιμπουπροφένη, η ναπροξένη, η δικλοφενάκη και η κετοπροφένη. Σε ασθενείς με ιστορικό έλκους στομάχου μπορεί να συνταγογραφηθούν άλλα, νεότερα φάρμακα τα οποία ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο γαστρικών παρενεργειών.

Εάν η φαρμακευτική αγωγή αυτού του είδους αποδειχθεί ανεπαρκής, οι ιατροί μπορεί να συνταγογραφήσουν φάρμακα τα οποία έχουν μία μακροπρόθεσμη, πιο δυνατή επίδραση στη φλεγμονή και στις προσβληθείσες αρθρώσεις. Μία μακροπρόθεσμη θεραπευτική αγωγή φαρμάκου που χρησιμοποιείται συχνά για τη ΡΑ είναι το κυτταροστατικό φάρμακο μεθοτρεξάτη, η οποία χορηγείται με δισκία ή ένεση.

Υπάρχει, επίσης, ένας αριθμός άλλων, παλαιότερων φαρμάκων με μακροπρόθεσμη επίδραση, όπως η σαλαζοπυρίνη και τα ανθελονοσιακά φάρμακα. Η τοπική θεραπευτική αγωγή με ενέσεις κορτιζόνης στις φλεγμαίνουσες αρθρώσεις αποτελεί μία σημαντική μορφή θεραπευτικής αγωγής για αρκετά ρευματικά νοσήματα. Νέα βιολογικά φάρμακα για τη θεραπεία της φλεγμονής των αρθρώσεων έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά κατά της ΡΑ.

 αρχή

 

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε το www.energitikotita.gr

 
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη νόσο και τη θεραπευτική αντιμετώπισή της παρακαλούμε να απευθύνεστε στον προσωπικό σας ιατρό καθώς κάθε ασθενής είναι μία ξεχωριστή περίπτωση και η θεραπευτική αντιμετώπιση που θα ακολουθηθεί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, που μόνον ο θεράπων ιατρός είναι σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί.